διαθρύπτω

διαθρύπτω:—[voice] Pass., [tense] aor. διετρύφην [ῠ] Il.3.363,
A

διεθρύφθην D.L. 7.153

, διεθρύβην [ῠ] LXXNa.1.6:—break in pieces,

τὸ κρανίον Luc. DMort.20.2

;

φλὸξδ. τὴν τῶν λίθων ἰσχύν Procop.Pers.2.17

:—[voice] Pass., once in Hom., τριχθά τε καὶ τετραχθὰ διατρυφέν [τὸ ξίφος] Il.l.c.; of a drug, to be crushed, Hp.Mul.1.74;

ἀσπίδες διατεθρυμμέναι X.Ages. 2.14

, cf. D.H.9.21.
II metaph., break down by profligate living and indulgence, enervate, pamper,

τινά Pl.Ly.210e

;

σώματα X.Lac. 2.1

:—[voice] Pass., to be enervated,

πλούτῳ A.Pr.891

(lyr.);

διὰ τὸν πλοῦτον X.Mem.4.2.35

; ὑπὸ πολλῶν ἀνθρώπων ib.1.2.24;

διατεθρύφθαι τὸν βίον Ael.VH13.8

;

τῷ βίῳ Plu.Pomp.18

;

διατεθρυμμένος τὰ ὦτα κολακείαις Id.Dio8

. Adv.

διατεθρυμμένως, ἔχειν Pl.Lg.922c

.
2 [voice] Med., give oneself airs; of a prudish girl, to be coy, Theoc.6.15; of a singer,

διαθρύπτεται ἤδη

is beginning her airs and graces,

Id.15.99

; of a doctor, have an affected 'bedside manner', Gal.17(2).148.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαθρύπτω — (AM) [θρύπτω] 1. καταθρυμματίζω, κατασυντρίβω, κάνω θρύψαλα 2. (για ψωμί) διανέμω σε τεμάχια αρχ. 1. κολακεύω 2. μέσ. διαθρύπτομαι κορδώνομαι, καμαρώνω, κολακεύομαι 3. παθ. διαφθείρομαι από κολακείες, χλιδή κ.λπ …   Dictionary of Greek

  • διαθρύψῃ — διαθρύπτω break in pieces aor subj mid 2nd sg διαθρύπτω break in pieces aor subj act 3rd sg διαθρύπτω break in pieces fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεθρυμμένα — διαθρύπτω break in pieces perf part mp neut nom/voc/acc pl διατεθρυμμένᾱ , διαθρύπτω break in pieces perf part mp fem nom/voc/acc dual διατεθρυμμένᾱ , διαθρύπτω break in pieces perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρυπτομένων — διαθρύπτω break in pieces pres part mp fem gen pl διαθρύπτω break in pieces pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρυπτόμενον — διαθρύπτω break in pieces pres part mp masc acc sg διαθρύπτω break in pieces pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρυπτόντων — διαθρύπτω break in pieces pres part act masc/neut gen pl διαθρύπτω break in pieces pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρύβητε — διαθρύπτω break in pieces aor imperat pass 2nd pl διαθρύπτω break in pieces aor ind pass 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρύπτει — διαθρύπτω break in pieces pres ind mp 2nd sg διαθρύπτω break in pieces pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρύπτομεν — διαθρύπτω break in pieces pres ind act 1st pl διαθρύπτω break in pieces imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρύπτοντα — διαθρύπτω break in pieces pres part act neut nom/voc/acc pl διαθρύπτω break in pieces pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθρύπτουσι — διαθρύπτω break in pieces pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαθρύπτω break in pieces pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.